Share |

 

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

 

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

 

O Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εμπορίου της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Περιφέρειας Αττικής, κ. Γεώργιος Βλάχος, με αφορμή την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης με θέμα την Προσαρμογή διατάξεων αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Εμπορίου στην Οδηγία 2006/ 123/ ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
 
«Η υπ’ αρ. Κ1-164/17.01.2011 (ΦΕΚ Β’ 275/22.02.2011) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, εκδόθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής του ν.3844/2010 περί προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2006/123 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και επέφερε εκτεταμένες αλλαγές στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας.
            Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι: Γιατί η Κυβέρνηση ακολούθησε τη διαδικασία της Υπουργικής Απόφασης, και όχι εκείνη της Βουλής, που θα επέτρεπε τόσο στα κόμματα όσο και τους εμπλεκόμενους φορείς, να εκφράσουν τις απόψεις τους; Πολιτικά η Κυβέρνηση είναι έκθετη απέναντι στους φορείς της αγοράς, αλλά και νομικά αμφισβητείται η δυνατότητα εξουσιοδότησης του άρθρου 14 του ν.3844/2010, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
            Δεύτερον, με τη συγκεκριμένη ΚΥΑ τροποποιούνται και διατάξεις για τις οποίες υπάρχει ρητή συναρμοδιότητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (π.χ. βλ Π.Δ 115/2008 περί λαϊκών αγορών προϊόντων βιολογικής γεωργίας που τροποποιείται στο άρθρο 2 της ΚΥΑ). Την απόφαση, όμως, δεν την έχει συνυπογράψει ο συναρμόδιος Υπουργός. Κατά συνέπεια τίθεται ένα ακόμη ζήτημα συνταγματικότητας/ νομιμότητας των σχετικών ρυθμίσεων.
            Τρίτον, η ΚΥΑ ρυθμίζει μεταξύ άλλων και ζητήματα για τη διαδικασία χωροθέτησης και δημιουργίας μεγάλων καταστημάτων λιανικού εμπορίου («πολυκαταστημάτων»). Το βασικό προβληματικό σημείο σε αυτή τη ρύθμιση είναι η κατάργηση, με το άρθρο 3 της εν λόγω ΚΥΑ, σημαντικών προϋποθέσεων που προβλέπονταν στο άρθρο 10 του ν. 2323/1995, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 10 του ν. 3377/2005, για τη χωροθέτηση και δημιουργία μεγάλων καταστημάτων λιανικού εμπορίου («πολυκαταστημάτων»). Και, μάλιστα, της απαίτησης για υποβολή πλήρους οικονομοτεχνικής μελέτης που θα αναλύει τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων, στην οικονομία της περιοχής, στην απασχόληση και στην επίδραση επί της λειτουργίας των μικρομεσαίων και μικρών επιχειρήσεων, καθώς και στην ανάγκη διατήρησης της πληθυσμιακής βάσης της περιοχής, τη διασφάλιση του κανονικού εφοδιασμού των καταναλωτών, την προστασία του εισοδήματός τους και την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών τους.
Υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις αυτές είχαν ελεγχθεί ως προς τη συνταγματικότητά τους και είχε διαπιστωθεί (βλ. Συμβούλιο Επικρατείας 3037/2008, και Διοικητικό Εφετείο Θεσ/νίκης 1586/2008) ότι τόσο η αρχική όσο και η νέα εκδοχή τους (μετά την αλλαγή του 2005) εμφάνιζαν προβλήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα. Όχι, όμως, ως προς το περιεχόμενο των προϋποθέσεων που έθεταν, αλλά ως προς την εφαρμογή της διαδικασίας και τα αποφασίζοντα όργανα (ευρεία διακριτική ευχέρεια) καθώς και ως προς την επιλογή του νομοθέτη για το ποια είναι αυτά τα αποφασίζοντα όργανα.
Η σχετική αρμοδιότητα είχε αποδοθεί στο νομαρχιακό συμβούλιο. Με την κατάργηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης οι σχετικές αρμοδιότητές της, δηλαδή η αδειοδότηση ίδρυσης και εγκατάστασης επιχειρήσεων περιέρχεται (κατά το άρθρο 83 του ν. 3852/2010 περί «Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα "ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ”») στο οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Η επιλογή αυτή δεν λύνει το πρόβλημα της αντισυνταγματικότητας που έχει επισημάνει το Συμβούλιο Επικρατείας. Πρέπει να ανατεθούν οι σχετικές αρμοδιότητες στα όργανα που έχει κριθεί ότι, κατά το Σύνταγμα, είναι αρμόδια για τέτοια θέματα. Δηλαδή, στα όργανα που εγκρίνουν τα χωροταξικά και ρυμοτομικά σχέδια των διαφόρων περιοχών. Επίσης, η κατάργηση των ανωτέρω προϋποθέσεων αδειοδότησης πλήττει άμεσα τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη βάση της ελληνικής οικονομίας.
            Τέταρτον, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι αίρεται ο περιορισμός ως προς τη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας από συζύγους ή προστατευόμενα μέλη ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας υπαίθριου εμπορίου, δημιουργώντας έτσι τη δυνατότητα να έχει κάποιος/α μια επιχείρηση και ο/η σύζυγός του να έχει άδεια υπαίθριου εμπορίου για τα ίδια είδη, δημιουργώντας έτσι συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων.
            Πέμπτον, ως προς τις λαϊκές αγορές (π.δ. 51/2006, όπως τροποποιήθηκε από το π.δ. 116/2008 και π.δ. 115/2008 για τις λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων) καταργείται η προϋπόθεση της μόνιμης κατοικίας στην Ελλάδα για τη χορήγηση άδειας συμμετοχής σε αυτές. Με αυτό τον τρόπο, όμως, καταστρατηγείται η λογική των λαϊκών αγορών, που συνίσταται κυρίως στη δυνατότητα παραγωγών αγροτικών προϊόντων να διαθέτουν άμεσα στον καταναλωτή τα προϊόντα τους (άρα, με βάση τη κοινή λογική πρόκειται για παραγωγούς που ζουν και κατοικούν στην Ελλάδα). Η κατάργηση της προϋπόθεσης ενισχύει την άποψη ότι οι λαϊκές αγορές είναι απλώς μια άλλη δραστηριότητα υπαίθριου εμπορίου και μάλιστα, όχι τόσο για αγροτικά, αλλά για βιομηχανικά/βιοτεχνικά προϊόντα (π.χ. ρούχα, τσάντες, οικιακά είδη, παιχνίδια, κλπ), κάτι που οδηγεί σε αλλοίωση του θεσμού των λαϊκών αγορών και τις εξομοιώνει με άλλες διαδικασίες υπαίθριου εμπορίου, όπως κυριακάτικες αγορές (παζάρια), κλπ. 
            Έκτον, με τις νέες ρυθμίσεις καταργείται η γνωμοδοτική αρμοδιότητα των κατά τόπους εμπορικών συλλόγων σε θέματα που αφορούν τον ετήσιο καθορισμό του αριθμού αδειών πλανόδιου και στάσιμου υπαίθριου εμπορίου που θα χορηγηθούν, τη χορήγηση ατομικής άδειας άσκησης υπαίθριων εμπορικών δραστηριοτήτων, τη χωροθέτηση των πλανόδιων και στάσιμων υπαίθριων εμπορικών δραστηριοτήτων, την ίδρυση, χωροθέτηση, μετακίνηση και κατάργηση λαϊκών αγορών.
Επίσης, καταργείται η γνωμοδοτική αρμοδιότητα των κατά τόπους Επιμελητηρίων κατά τη διαδικασία έκδοσης άδειας ίδρυσης μεγάλων καταστημάτων λιανικού εμπορίου («πολυκαταστημάτων»). Η βάση αυτής της επιλογής είναι η ρύθμιση του άρθρου 14 της Οδηγίας 123/2006 που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 15 του ν. 3844/2010 κατά την οποία «Απαγορεύεται η εξάρτηση της πρόσβασης σε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών ή της άσκησής της στην ελληνική Επικράτεια από: … Την άμεση ή έμμεση ανάμειξη ανταγωνιστικών φορέων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τους σε συμβουλευτικά όργανα, στη χορήγηση της άδειας ή στη λήψη άλλων αποφάσεων των αρμόδιων αρχών, με εξαίρεση τους επαγγελματικούς συλλόγους και τις επαγγελματικές οργανώσεις ή ενώσεις που ενεργούν ως αρμόδια αρχή…».
Προφανώς, τόσο τα Επιμελητήρια, ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, όσο και οι Εμπορικοί Σύλλογοι που ανήκουν ως σωματεία στο τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο της εμπορικής κοινότητας της χώρας, την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ανταγωνιστικοί φορείς ως προς τους δυνητικούς δικαιούχους αδειών άσκησης υπαίθριας εμπορικής δραστηριότητας.
Αυτό, άλλωστε, το αναγνωρίζει η επόμενη φράση της σχετικής διάταξης κατά την οποία «…η απαγόρευση αυτή δεν αφορά τη διαβούλευση με όργανα, όπως τα εμπορικά επιμελητήρια ή τους κοινωνικούς εταίρους, για διάφορα θέματα πλην των μεμονωμένων αιτήσεων χορήγησης άδειας, ούτε τη διαβούλευση με το κοινό.»
Συνεπώς, με εξαίρεση τη διαδικασία εξέτασης ατομικών αιτήσεων χορήγησης άδειας, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τόσο τα Επιμελητήρια, ως δημόσιοι φορείς, όσο και οι Εμπορικοί Σύλλογοι, ως κοινωνικοί εταίροι, δύνανται – και πρέπει – να μετέχουν σε θεσμοθετημένες διαδικασίες διαβούλευσης, με γνωμοδοτική αρμοδιότητα.
            Μετά από όλα αυτά, γίνεται φανερή η προχειρότητα με την οποία το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, προσπαθεί να ρυθμίσει σοβαρά θέματα λειτουργίας της αγοράς, του υπαίθριου εμπορίου και των πολυκαταστημάτων. Απόδειξη αυτής της προχειρότητας είναι η αναφορά στην ΚΥΑ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που στο μεταξύ έχει καταργηθεί από 1-1-2011.
            Κατόπιν τούτων, καλούμε την Κυβέρνηση να αποσύρει τη συγκεκριμένη ΚΥΑ και να φέρει τις ρυθμίσεις για την ενσωμάτωση της οδηγίας 2006/123 στο Εθνικό Δίκαιο, μέσω του Κοινοβουλίου.
Οφείλει να κατανοήσει η Κυβέρνηση, ότι η ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο κάθε Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί ενσωμάτωση και σεβασμό στην εθνική πραγματικότητα».