ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΛΑΧΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

«Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας ΥΠΕΚΑ»

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναμφίβολα μετά από μια κοπιαστική δουλειά στην Επιτροπή για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, έχουμε πετύχει σήμερα να συζητιέται ένα νομοσχέδιο το οποίο, κατά τη γνώμη μας, δίνει λύση σε αρκετά μικρά ή μεγαλύτερα θέματα για πολλούς πολίτες και πολλές περιοχές της πατρίδας μας.

Κύριε Υπουργέ, είναι αλήθεια ότι τολμήσατε να φέρετε ένα θέμα, το οποίο πολύ νόμιζαν ότι είναι δύσκολο. Εμείς λέμε πάντα ότι είναι δίκαιο. Όταν δίνεις λύσεις στους πολίτες, νομίζω ότι δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, αρκεί να αγωνίζεσαι δίκαια και με στόχο να προστατεύσεις και τους πολίτες –τους ανθρώπους που ζουν σε διάφορες περιοχές- και, βεβαίως, να προφυλάξεις το περιβάλλον.

Βεβαίως, πιστεύουμε ότι εσείς αυτό το νομοσχέδιο το ξεκινήσατε περισσότερο για εισπρακτικούς λόγους και λιγότερο για την τακτοποίηση, γιατί βήμα-βήμα βλέπουμε ότι κατανοείτε την ουσία του προβλήματος. Θα τελειώσει η συζήτηση και ακόμη θα υπάρχουν εκκρεμότητες με τις οποίες θα συμφωνείτε, αλλά και δεν θα έχετε προλάβει να τις ρυθμίσετε. Γι’ αυτό είπαμε από την αρχή ότι χρειαζόταν περισσότερος χρόνος μιας ουσιαστικής διαβούλευσης –δύο, τρεις μήνες- για να ακουστούν όλοι οι φορείς -δήμοι, σύλλογοι, η κοινωνία- προκειμένου με αυτό το νομοσχέδιο να δώσουμε περισσότερες λύσεις και σε πιο ουσιαστικά θέματα.

Κύριε Υπουργέ,  εσείς κάνατε μία υπεραπλουστευμένη πράξη. Είπατε τόσες χιλιάδες αυθαίρετα ή τόσα εκατομμύρια αυθαίρετα επί τόσο, άρα τόσα θα εισπράξει το κράτος. Όμως, δεν κατανοείτε πόσοι δεν θα μπορέσουν να φτάσουν και να ρυθμίσουν το πρόβλημά τους. Με αυτές τις εξαιρέσεις, τις οποίες προβλέπετε, χιλιάδες συμπολίτες μας θα μείνουν εκτός ρύθμισης, παρ’ όλο που θέλουν να προσέλθουν και να βάλουν κι αυτοί «τελεία και παύλα» μαζί με όλους εμάς σ’ αυτήν την αυθαιρεσία.

Οι εξαιρέσεις που προκύπτουν κυρίως οφείλονται στο ότι δεν υπάρχουν δασικοί χάρτες και όσοι αναζητήσουν αυτό το περίφημο χαρτί από τα δασαρχείο, κάποιοι θα το πάρουν, αλλά οι περισσότεροι δεν θα το πάρουν γιατί ο δασάρχης –φωνάζουμε εδώ και καιρό- θα αναζητήσει το δίκαιο σε αεροφωτογραφίες της δεκαετίας του 1930 και του 1940. Άρα, δεν απαντάμε σαν πολιτεία στο καίριο ερώτημα τι είναι δασικό και τι όχι, γιατί δεν μπορεί να προσέλθει ένας πολίτης, που χαρακτηρίστηκε η ιδιοκτησία του ως δασική, γιατί έτσι την είδε ο δασάρχης στις αεροφωτογραφίες του 1940. Με συγχωρείτε πολύ, αλλά τότε η μισή Αθήνα είναι δασική.

Άρα, εδώ πρέπει να δώσουμε τη λύση. Δεν ξέρω αν μπορούμε να τη δώσουμε σ’ αυτό το νομοσχέδιο. Πιο ουσιαστική ήταν η παρέμβαση και έπρεπε να είναι στη συζήτηση του νομοσχέδιου για τα καμένα, αλλά τότε δεν έγινε αυτή η κουβέντα. Σήμερα, το καλοπροαίρετο της κουβέντας κι εμείς το επισημάναμε. Δεν φτάνει, όμως και δεν διορθώνουμε το χθεσινό λάθος. Δεν καλύπτουμε τη χθεσινή αδυναμία.

Αφήνουμε μία μεγάλη εκκρεμότητα και πολύ φοβούμαι, κύριε Υπουργέ,  ότι αφήνουμε και μία εστία για καινούρια αυθαίρετα και πολλαπλασιασμό των υπαρχόντων.

Εδώ, λοιπόν, θα πρέπει αυτό το θέμα του χαρακτηρισμού της γης να ξεκαθαρίσει. Δεν ξέρω πώς. Σκεφτείτε κι εσείς, θα σκεφθούμε κι εμείς και την Τρίτη στη συζήτηση επί των άρθρων να δούμε αν όντως μπορούμε να προβλέψουμε λύσεις για να προσέλθουν και άλλες κατηγορίες.

Επίσης, ένα δεύτερο που αφήνετε έξω είναι αυτό σχετικά με τις χρήσεις. Υπάρχουν περιοχές όπου λειτουργούν οικισμοί, όμως επειδή υπάρχουν δεσμεύσεις από προεδρικά διατάγματα στη λογική της ισοπέδωσης και των ίσιων γραμμών, δεν μπορούν οι άνθρωποι αυτοί να προσέλθουν και να ρυθμίσουν και να τακτοποιήσουν το όλο θέμα γιατί δεν προβλέπονται κατοικίες σε περιοχές που είναι οικισμοί. Εδώ, λοιπόν, επαναλαμβάνουμε ένα πρόβλημα που και στο παρελθόν το είχαμε συζητήσει. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της αδυναμίας ήταν η τότε κοινότητα Ανθούσας, που ήταν ένας ολόκληρος οικισμός, λειτουργούσε με σχολείο, με εκκλησία, με τα πάντα, ήταν μία οργανωμένη κοινωνία και, όμως, το Υπουργείο Γεωργίας την ήθελε δασική περιοχή. Μετά από είκοσι χρόνια και μετά από πολλές στρεβλώσεις, οι οποίες έγιναν, ήρθαμε και είπαμε ότι ήταν οικιστικές περιοχές.

Εδώ, λοιπόν, θα κοιτάξουμε το πρόβλημα στα μάτια;  Θα πούμε ότι κάποιες περιοχές είναι πια οικιστικές, ο χαρακτήρας έχει αλλοιωθεί μια για πάντα και έτσι θα τις δούμε κι έτσι θα τις αντιμετωπίσουμε; Αυτό είναι το ζητούμενο. Έτσι δίνουμε λύσεις στα προβλήματα. Αλλιώς, πηγαίνουμε από μακριά σφυρίζοντας, παίρνουμε κάποια πρόστιμα, εισπράττουμε σήμερα, αλλά το πρόβλημα παραμένει.

Εμείς, λοιπόν, προτείνουμε ότι πρέπει να δούμε το πρόβλημα επί της ουσίας για να δώσουμε λύσεις σε  όλα αυτά.

Έρχομαι πολύ γρήγορα σ’ αυτούς που θα μπορέσουν να πάνε να τακτοποιήσουν την υπόθεσή τους. Πολύ φοβούμαι για τους ανθρώπους, τους οποίους εμείς μιλάμε στην Αττική, είναι κυρίως αυτοί που είναι χωρίς άδεια και εκτός σχεδίου. Μα, θα πει κάποιος: «Αφού είναι χωρίς άδεια είναι και εκτός σχεδίου». Ξέρετε, η παρανομία δεν έχει διακυμάνσεις τώρα. Είναι περισσότερο εγκληματίες αυτοί, δηλαδή; Έτσι θα τους αντιμετωπίσουμε; Είναι εγκληματίες περισσότερο, άρα πρέπει να έχουν συντελεστή 2 γιατί έχτισαν χωρίς άδεια;

Για μένα είναι μεγαλύτερο το έγκλημα για κάποιον που μπορούσε να χτίσει, να βγάλει άδεια και δεν έβγαλε ή για κάποιον που έβγαλε άδεια για 200 τετραγωνικά και έχτισε 400, παρά για εκείνον που έχτισε 50, 60, 70, 100 τετραγωνικά για να στεγάσει την οικογένειά του σε πρώτη κατοικία, αν θέλετε να κάνουμε διαβαθμίσεις. Κι, όμως, αυτόν σήμερα τον αντιμετωπίζουμε με έναν υψηλό συντελεστή.

Επειδή, κύριε Υπουργέ, απευθυνόμαστε σε ανθρώπους με πολύ χαμηλά εισοδήματα και τα σπίτια –όπως σας είπα και στην Επιτροπή- μην φανταστείτε ότι είναι βίλες. Είναι κατασκευές μιας και δύο νυχτών, όπως-όπως δηλαδή. Μην φανταστείτε ότι υπάρχουν οπλισμένα σκυροδέματα και φοβερές εγκαταστάσεις. Πρόκειται για σπίτια στην κυριολεξία που χτίστηκαν για να στεγάσουν τον πόνο και τον καημό τους και την οικογένειά τους.

Εδώ, λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν αν παραμείνουν αυτοί οι συντελεστές. Θέλουν να ρυθμίσουν την εκκρεμότητά τους, αλλά πρέπει κι εμείς λίγο να λογικευθούμε. Βεβαίως, κάνετε βήματα και προς αυτήν την κατεύθυνση κι εμείς το αναγνωρίζουμε. Λέω, όμως, ότι θα πρέπει να δούμε τους συντελεστές, ας πούμε το 1Β, το 2Β που το πήγατε από το 2 στο 1,7. Εγώ θα πρότεινα -για να μην κάνουμε τώρα και λέμε 1 για να πάμε 1,5- οι συντελεστές αυτοί να κατέβουν στο 1,5 και, βεβαίως, να υπάρξει και μία πρόβλεψη για το 12Β, όπου μιλάμε για κατασκευές του 1983, δηλαδή για κατασκευές πριν από τριάντα χρόνια.

Τελειώνω, κυρία Πρόεδρε.

Φανταστείτε, λοιπόν, ένα σπίτι που χτίστηκε πριν από τριάντα χρόνια με τη διαδικασία που είπα νωρίτερα. Καταλαβαίνετε τι αξία έχει. Άρα, λοιπόν, αυτό θα έλεγα το 0,8 -για να είστε περισσότερο δίκαιοι- να μειωθεί στο 0,5 κι έτσι να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Εδώ που φτάσαμε, κύριε Υπουργέ, πρέπει να δώσουμε τη δυνατότητα σε κάποιους ανθρώπους -που έχουν τη δυνατότητα και δεν τους αφορούν οι εξαιρέσεις- να προσέλθουν και να τακτοποιήσουν το όλο θέμα για να μπορέσουμε να βάλουμε «τελεία και παύλα» σ’ αυτήν την υπόθεση. Για να προσέλθουν, όμως, πρέπει να μειωθούν οι συντελεστές και μιλώ πάντα –όπως σας είπα- για τα εκτός σχεδίου.

Αυτό πρέπει να το δείτε. Εμείς θα περιμένουμε να μας απαντήσετε, αν όχι σήμερα, την Τρίτη. Θέλω να πιστεύω ότι θα δεχθείτε τις εισηγήσεις μας γιατί είναι στη σωστή κατεύθυνση και πρέπει πάντα στο τέλος-τέλος, ακόμα και με την εισπρακτική λογική που τυχόν έχετε, να είστε της άποψης ότι καλύτερα να πάρουμε λιγότερα από όλους, παρά να περιμένουμε να πάρουμε πολλά από λιγότερους, που δεν θα προσέλθουν. Αυτή είναι ουσία.

Τελειώνω, κυρία Πρόεδρε.

Επίσης, καθώς μιλάμε για τα οικονομικά, θα πρέπει οι δόσεις να αυξηθούν. Μιλάμε όταν βγαίνει να πληρώσουν είκοσι και είκοσι πέντε χιλιάδες και λέτε σε κάποιον είκοσι τέσσερις δόσεις, σημαίνει ότι πρέπει να δώσει πάνω από 1.000 ευρώ το μήνα. Όταν σε κάποιον ο μισθός του είναι γύρω στα 1.300 –με συγχωρείτε- θα πάει να κάνει ρύθμιση και θα δώσει 1.000 ευρώ το μήνα;

Δεν υπάρχει δυνατότητα σ’ αυτούς τους καιρούς. Υπάρχουν άνθρωποι που έπαιρναν 20.000 ευρώ το χρόνο και σήμερα ο μισθός τους, το εισόδημά τους έχει περιοριστεί περίπου στις 12.000 και 15.000.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι πρέπει και τις δόσεις να τις αυξήσετε για να δώσετε τη δυνατότητα να μπορέσουν να προσέλθουν και να τακτοποιήσουν το θέμα.

Όσον αφορά τα τριάντα χρόνια που λέτε στη ρύθμιση, κατά τη συζήτηση επί των άρθρων θα επανέλθω γιατί πραγματικά κι εκεί εμείς θα επιμείνουμε στα σαράντα χρόνια γιατί είναι πιο δίκαιο και πιο ουσιαστικό και είναι ουσιαστικό κίνητρο να προσέλθει κάποιος και να τακτοποιήσει το θέμα του.

Σας ευχαριστώ.